SPECIALS

Γιατρός που «πνιγόταν» στην Ελλάδα της κρίσης, «ανέπνευσε» στη Γερμανία - Τι αφηγείται στο Newpost

της Μαργαρίτας Αργυροπούλου - Δημοσίευση 9 Μαρτίου 2019, 16:00 / Ανανεώθηκε 9 Μαρτίου 2019, 17:43
Γιατρός που «πνιγόταν» στην Ελλάδα της κρίσης, «ανέπνευσε» στη Γερμανία - Τι αφηγείται στο Newpost
Facebook Twitter Whatsapp

Ο κ. Πολυχρονάκης εξηγεί στο Newpost γιατί αποφάσισε να μεταναστεύσει, αφηγείται τις σκοτεινές σκέψεις του 2015, εκμυστηρεύεται τις δυσκολίες που συνάντησε τον πρώτο καιρό και πως είναι σήμερα η ζωή του… Καταρρίπτει τα περί… ψυχρών Γερμανών και εξομολογείται τι του λείπει από την Ελλάδα.

Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες πήραν το δρόμο της ξενιτιάς στην εποχή της κρίσης αναζητώντας μια καλύτερη προοπτική. Ο γιατρός Γιάννης Πολυχρονάκης, πατέρας τριών παιδιών δεν ήταν από αυτούς που έμειναν άνεργος. Τουναντίον... Είχε μια εξαιρετική θέση, όπως και η σύζυγός του, ωστόσο τα θλιβερά γεγονότα του καλοκαιριού του 2015 τον οδήγησαν να πάρει τη δύσκολη απόφαση της φυγής, αφού πλέον «πνιγόταν» εδώ. «Ήθελα ένα παράθυρο να αναπνεύσω» εκμυστηρεύτηκε στο newpost.gr και μετά από 2,5 χρόνια αισθάνεται δικαιωμένος για την απόφασή του.

«Θυμάμαι σαν χθες μόλις, την Αθήνα να καίγεται τον Ιούλιο του 2015, τις κλειστές τράπεζες και τους ανθρώπους σε ουρές έξω από τα ATM. Θυμάμαι να προσπαθώ να περάσω την εβδομάδα μου με ελάχιστα χρήματα (οικογένεια 5 ατόμων), το διχασμό των ανθρώπων σε βαθμό αλληλοσπαραγμού. Είχα την αίσθηση ότι ζω τη ζωή κάποιου, αλλά ορκίστηκα ότι όσο μπορώ να ορίζω ακόμη τη ζωή μου, δεν πρόκειται να ξαναεπιτρέψω σε κανένα να ξαναπαίξει στα ζάρια τις τύχες της οικογένειάς μου, και αυτό δυστυχώς δεν θα μπορούσε να συμβεί στην Ελλάδα...» λέει χαρακτηριστικά.

Πως εργαζόσασταν πριν μεταναστεύσετε και πως ήταν η ζωή σας εδώ;

Από το 2012 που ολοκλήρωσα την ιατρική ειδίκευσή μου, στην Ιατρική της Εργασίας είχα την τύχη μετά την ολοκλήρωση των μεταπτυχιακών και διδακτορικών μου σπουδών να αναλάβω τη θέση του προϊστάμενου της υπηρεσίας ιατρικής της εργασίας της βιομηχανίας τσιμέντου Τιτάν, στις μονάδες της στην Ελλάδα, έως και τον Ιούλιο του 2016, οπότε και αποχώρησα από τη χώρα. Λόγω του μικρού αριθμού ιατρών που είναι ειδικευμένοι στην ειδικότητά μου στη χώρα, δεν αντιμετώπισα ποτέ ζήτημα έλλειψης εργασίας. Το πρόβλημά μου, που αποτέλεσε και έναν από τους βασικούς παράγοντες που με ώθησαν στην επιλογή μου να φύγω στο εξωτερικό, ήταν η παντελής έλλειψη ενός συγκροτημένου πλαισίου για να λειτουργήσω ως σωστός επαγγελματίας στην ειδικότητά μου. Είχα την αίσθηση ότι εργαζόμουν απλά και μόνο για να διεκπεραιώνω γραφειοκρατικές διαδικασίες χωρίς κανένα ουσιαστικό ιατρικό ρόλο και σε καθεστώς επιστημονικής ανυποληψίας ανάμεσα σε συναδέλφους μου άλλων ειδικοτήτων.

-Πότε πήρατε την απόφαση; Τις σας ώθησε στη φυγή;

 Η απόφαση για να φύγω οριστικά από την Ελλάδα είχε ληφθεί αρκετό καιρό πριν να υλοποιηθεί, καθώς όσο πιο εξειδικευμένο είναι το αντικείμενο ενός επαγγέλματος, τόσο μεγαλύτερος ο χρόνος που πρέπει να επενδυθεί στην προετοιμασία μιας τέτοιας μετάβασης. Είχα αρχίσει να νιώθω ξένος προς τη χώρα μου και αυτό στο οποίο σταδιακά εξελισσόταν, αρκετά χρόνια πριν. Ήλπιζα ότι η κρίση που μπήκε στη ζωή μας μετά το 2008, θα μας ωρίμαζε ως λαό, ώστε να αντιμετωπίσουμε κάποια στιγμή κατά μέτωπο τις παθογένειες που μας έφεραν σε αυτή τη δεινή θέση. Η κρίση για εμένα δεν ήταν κάτι το απρόσμενο, ήταν κάτι που σχεδόν το ανέμενα από τα χρόνια της ευμάρειας των Ολυμπιακών αγώνων του 2004, όταν όλοι γιόρταζαν χωρίς να υπάρχει αύριο. Όλη αυτή η υπερβολή, η κατασπατάληση πόρων, το ατελείωτο πανηγύρι χωρίς σχεδιασμό για το μέλλον της χώρας, στα μάτια οποιουδήποτε ανθρώπου που έχει στοιχειώδεις γνώσης οικονομικής διαχείρισης, έδειχναν σαν φούσκα έτοιμη να σκάσει. Η ανυπαρξία επενδύσεων και οι τριτοκοσμικές συνθήκες στα επείγοντα των νοσοκομείων ήταν ήδη από καιρό εκεί, όμως επιλέξαμε να τα αγνοήσουμε. Από το 2003 που ολοκλήρωσα τις σπουδές μου στην ιατρική σχολή της Αθήνας, περίμενα 5 ολόκληρα χρόνια για να ξεκινήσω την ειδικότητά μου, σε μια ειδίκευση που θεωρητικά αντιμετώπιζε σοβαρή έλλειψη ειδικών ιατρών. Είχα την τύχη να αποτελέσω την εξαίρεση και να βρεθώ από το 2012 να εργάζομαι σε μια εταιρεία με εξαιρετικές οικονομικές απολαβές συγκριτικά με άλλους εργοδότες.

Ήταν όμως παράλληλα η στιγμή που γνώρισα για πρώτη φορά τι σημαίνει το φορολογικό καθεστώς των ελεύθερων επαγγελματιών στη χώρα. Έτσι, προσπαθώντας να συντηρήσω μια οικογένεια με 3 πλέον παιδιά, για τα οποία δεν έλαβα ποτέ κάποιου είδους άμεση ή έμμεση υποστήριξη (π.χ. παιδικούς σταθμούς, κατασκηνώσεις, έκπτωση), τουναντίον πλήρωνα αυξημένο φορολογικό συντελεστή, αντιλήφθηκα ότι από το σύνολο του «θεωρητικά αξιοζήλευτου» εισοδήματός μου, κατέληγαν στα χέρια μου μόλις το 1/3 των χρημάτων. Αύξησα τις ώρες εργασίας μου, απλά και μόνο για να διαπιστώσω ότι, πρακτικά δεν είχαν κανένα αντίκρισμα σε επιπλέον εισόδημα αφού που τα απορροφούσαν όλα φόροι και εισφορές.

Το τέλος του Δεκεμβρίου του 2014, βλέποντας να προκηρύσσονται και πάλι για προσχηματικούς λόγους εκλογές, απλώς και μόνο για να ανταλλάξουν κάποιοι «βουλευτικές καρέκλες» συνειδητοποίησα ότι η κατάσταση θα ήταν πλέον μη αναστρέψιμη, τουλάχιστον όχι στη διάρκεια της δικής μου γενιάς. Την επόμενη κιόλας μέρα, προώθησα το βιογραφικό μου στους κατάλληλους ανθρώπους, και σε λίγες μόλις εβδομάδες δέχτηκα τις πρώτες προσφορές εργασίας. Πρακτικά, χρειάστηκε περίπου 1,5  χρόνος για να γίνουν οι αντίστοιχες προετοιμασίες, όπως πχ να μάθω γερμανικά και να πετύχω στις εξετάσεις του γερμανικού ιατρικού συλλόγου, αλλά η απόφαση είχε ληφθεί και ήταν πλέον οριστική..

Θυμάμαι σαν χθες μόλις, την Αθήνα να καίγεται τον Ιούλιο του 2015 και εγώ να κατεβαίνω με τη μηχανή μου στην Αθήνα στο ινστιτούτο Goethe για μαθήματα γερμανικών, τις κλειστές τράπεζες και τους ανθρώπους σε ουρές έξω από τα ATM μια μόλις ημέρα μετά τις διαβεβαιώσεις ότι κάτι τέτοιο αποκλείεται. Θυμάμαι να προσπαθώ να περάσω την εβδομάδα μου με τα 400 ευρώ (για μια οικογένεια 5 ατόμων, αυτό αντιστοιχεί σε κάτι περισσότερο από 10 ευρώ την ημέρα ανά άτομο) και να προσπαθώ να πληρώσω με πιστωτική κάρτα ακόμη και στο φούρνο της γειτονιάς, το διχασμό των ανθρώπων σε βαθμό αλληλοσπαραγμού για το δημοψήφισμα και την «περήφανη διαπραγμάτευση». Είχα την αίσθηση ότι ζω τη ζωή κάποιου άλλου εκείνες τις ημέρες, αλλά ορκίστηκα ότι όσο μπορώ να ορίζω ακόμη τη ζωή μου, δεν πρόκειται να ξαναεπιτρέψω σε κανένα να ξαναπαίξει στα ζάρια τις τύχες της οικογένειάς μου, και αυτό δυστυχώς δεν θα μπορούσε να συμβεί στην Ελλάδα... Ένα χρόνο μετά, την Κυριακή 24 Ιουλίου του 2016, αφού είχαν ολοκληρωθεί οι απαραίτητες διαδικασίες, πήρα με την οικογένειά μου από το λιμάνι της Πάτρας το πλοίο χωρίς εισιτήριο επιστροφής...

Που εργάζεστε τώρα; Πως είναι η ζωή σας;

Από τον Αύγουστο του 2018, εργάζομαι ως ειδικός ιατρός εργασίας σε μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες πιστοποίησης σε θέματα υγείας και ασφάλειας παγκοσμίως, με ειδικό τμήμα υπηρεσιών ιατρικής της εργασίας, που παρέχει τις υπηρεσίες του σε διαφορετικές εταιρείες εντός και εκτός Γερμανίας. Πρακτικά εργάζομαι σε μια από τις κλινικές ιατρικής της εργασίας της εταιρείας, στο Esslingen, κοντά στην πόλη της Στουτγάρδης.

Είμαι εξαιρετικά ικανοποιημένος τόσο από τις συνθήκες και την ποιότητα της δουλειάς μου εδώ, όσο και από τις μελλοντικές προοπτικές για εμένα και την οικογένειά μου. Έχω την ευκαιρία να κάνω ιατρικές πράξεις και εξετάσεις που στην Ελλάδα παρέμεναν μόνο σε θεωρητικό επίπεδο, νιώθοντας ότι λειτουργώ και πάλι ως ιατρός και όχι ως χειριστής ιατρικής σφραγίδας. Έχω μάθει μέσα σε 2,5 χρόνια περισσότερα από ότι σε μια ολόκληρη δεκαετία ειδικότητας, και ελεύθερου επαγγέλματος, και συχνά, ερχόμενος αντιμέτωπος με ανεπάρκειες και κενά που διαπιστώνω από την εκπαίδευσή μου στην Ελλάδα, θυμώνω με τον εαυτό μου που δεν πήρα αυτή την απόφαση μερικά χρόνια νωρίτερα.

Οι οικονομικές μου απολαβές είναι εξαιρετικές σε σύγκριση με την Ελλάδα, αναλογιζόμενος μάλιστα ότι τα κόστη ζωής, με εξαίρεση ίσως αυτό της στέγασης, δεν είναι και τόσο διαφορετικά από την Ελλάδα.

Το κυριότερο όμως είναι ότι υπάρχει σεβασμός από το κράτος προς τον εργαζόμενο, και εξορθολογισμός των φορολογικών βαρών για τους εργαζόμενους με οικογένεια, αφού παρά το αυστηρό σύστημα φορολογίας, η φορολογική μου επιβάρυνση είναι σημαντικά μικρότερη από την Ελλάδα για αναλογικά υψηλότερο εισόδημα, γεγονός που σημαίνει ότι έχω κίνητρο να δουλέψω περισσότερο για να κερδίσω μεγαλύτερο εισόδημα.

Για πρώτη ίσως φορά από το 2003 που κόλλησα τα πρώτα μου ένσημα, λαμβάνω επισήμως απολογισμό για το τι δικαιούμαι μελλοντικά, παρότι είμαι μόλις 2,5 έτη ασφαλισμένος στο γερμανικό σύστημα, γνωρίζοντας τι προβλέπεται να λάβω ως σύνταξη και μετά από ποια ηλικία. Στην Ελλάδα αντιστοίχως, ενώ οι ασφαλιστικές κρατήσεις μετά και τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις είναι αντίστοιχα υψηλές, δεν γνωρίζω το εάν και πόση σύνταξη μου αναλογεί μετά από 13 έτη ασφάλισης.

Το πλέον σημαντικό στη χώρα όπου διαμένω τώρα, είναι οι παροχές του κοινωνικού κράτους προς τις οικογένειες και τα παιδιά, καθώς αναγνωρίζεται ότι αυτά θα αποτελέσουν τους μελλοντικούς εργαζόμενους που θα υποστηρίξουν το ασφαλιστικό σύστημα. Εδώ τα παιδιά μπορούν να συμμετάσχουν σε πλήθος εξωσχολικών δραστηριοτήτων και αθλημάτων χωρίς, ή με ελάχιστη επιβάρυνση για τους γονείς. Οι οικογένειες με παιδιά, πέρα από τα επιδόματα που λαμβάνουν για την ανατροφή των παιδιών, λαμβάνουν πολύ σημαντικές εκπτώσεις σε μετακινήσεις, μουσεία και πολιτιστικές δραστηριότητες. Το γερμανικό σύστημα είναι δομημένο έτσι ώστε να παράσχει τη δυνατότητα σε ανθρώπους που ξεκινάνε τη ζωή τους να στηρίξουν μια οικογένεια και παιδιά, ώστε να ενισχύσουν τη γεννητικότητα.

Τι σας λείπει από την πατρίδα;

Τι μου λείπει: Ακούω συχνά στερεότυπα αναφορικά με το τι πιστεύουν όλοι οι υπόλοιποι ότι μου λείπει στη Γερμανία, αλλά τελικά ίσως δεν είναι και τόσο πολλά...

α) Οι  γονείς μου, τα αδέρφια μας και άλλα αγαπημένα συγγενικά πρόσωπα: Είναι γεγονός ότι αποτελεί συχνά έναν από τους λόγους μελαγχολίας, τις στιγμές που συνειδητοποιώ το μέγεθος της απόστασης που μας χωρίζει. Δεν έχω τη δυνατότητα μιας αυθόρμητης επίσκεψης στους δικούς μου, ζώντας σε μια απόσταση 2500 χλμ. Από την άλλη όμως, συνειδητοποιώ ότι ακόμη και όταν ζούσα σε μια απόσταση 60 χλμ ήμουν τις περισσότερες φορές τόσο κουρασμένος ή αγχωμένος για να μπορέσω να φροντίσω τα καθημερινά προβλήματα, που πρακτικά σχεδόν ποτέ δεν βρεθήκαμε «αυθόρμητα». Αντίθετα, έχω μάλλον την αίσθηση ότι ο πρακτικά λιγότερος χρόνος που περνάμε μαζί, είναι ίσως ποιοτικά καλύτερος, γιατί δεν υπάρχει το άγχος των καθημερινών προβλημάτων και συναισθηματικά αφιερώνουμε το χρόνο μας πραγματικά ο ένας στον άλλο. Δυστυχώς δεν είναι ωραίο να παρακολουθείς τα εγγόνια σου να μεγαλώνουν μέσω του skype, όμως είναι δυστυχώς από τις αναπόφευκτες θυσίες του να ζεις μακριά...

β) Φίλοι: Υπάρχει ο μύθος ότι οι Γερμανοί είναι ψυχροί, και ότι ζώντας εδώ κάποιος είναι καταδικασμένος να μην μπορεί να νιώσει συναισθηματικούς δεσμούς όπως με τους φίλους στην Ελλάδα. Η αλήθεια είναι ότι σιγά σιγά μέσα από την καθημερινότητά μου εδώ και τις κοινωνικές σχέσεις, έχουν χτιστεί οι πρώτες σχέσεις φιλίας, με ανθρώπους που είναι μεν διαφορετικοί σε σχέση με την ελληνική ιδιοσυγκρασία, αλλά αυτό δεν τους κάνει λιγότερο θερμούς φίλους. Αυτό που μου λείπει, δεν είναι οι φίλοι γενικότερα, αλλά οι λίγοι συγκεκριμένοι άνθρωποι που ανυπομονώ να συναντήσω στην Αθήνα για ένα καφέ ή ένα ουζάκι τον Αύγουστο ή τα Χριστούγεννα.

γ) Καθημερινές συνήθειες, φαγητό, καφές: Μετά από 2,5 χρόνια έχουμε αρχίσει ως οικογένεια να χτίζουμε τις δικές μας καθημερινές συνήθειες. Στην πόλη του Esslingen η ελληνική κοινότητα και παρουσία είναι τόσο έντονη, που θα μπορούσε κάποιος να τρώει καθημερινά ελληνικό φαγητό και να πίνει φραπέ και φρέντο σε κάποιο από τα πολυάριθμα ελληνικά στέκια της περιοχής. Αν και δεν θα με χαρακτήριζα ιδιαίτερα θρήσκο, με χαροποιεί η ύπαρξη στην περιοχή μου μιας από τις μεγαλύτερες ορθόδοξες εκκλησίες εκτός Ελλάδας και το γεγονός ότι μπορώ όπως και στην χώρα μας να ακολουθήσω το θρησκευτικό τελετουργικό και τα έθιμα του Πάσχα και των Χριστουγέννων.

Σε ότι αφορά στον ήλιο, ζούμε ευτυχώς σε μία από τις πλέον ηλιόλουστες περιοχές της Γερμανίας, όπου ευδοκιμεί μάλιστα ιδιαίτερα το σταφύλι. Όπως είπα και στη γυναίκα μου όταν σκεφτόμασταν το αν τελικά θα εγκατασταθούμε εδώ «όπου ευδοκιμούν αμπέλια, λογικά θα αντέχουν το κλίμα και οι Έλληνες». Στην Ελλάδα πάλι, αν και φημιζόμαστε για τον ήλιο μας, δεν θυμάμαι ποτέ να είχα το χρόνο ή τη διάθεση να σταθώ για να τον απολαύσω λίγο...

Αυτό που ενδεχομένως μου λείπει περισσότερο από όλα είναι η θάλασσα. Αν και δεν είμαι ιδιαίτερα θαυμαστής των θαλασσίων αθλημάτων ή των δραστηριοτήτων στην παραλία, μου άρεσε πάντοτε να αισθάνομαι ότι βρίσκομαι κάπου κοντά στη θάλασσα, και η αλήθεια είναι ότι εδώ στο κέντρο της ηπειρωτικής Ευρώπης η θαλασσινή αύρα είναι από τα πράγματα που μου λείπουν αφόρητα...